Ένα ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ... (Η δική μας Νατάσα) - Diogenis Press

ΣΕ ΤΙΤΛΟΥΣ

Home Top Ad

Post Top Ad

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Ένα ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ... (Η δική μας Νατάσα)



Η Νατάσα Μερτίκα από το Λουτρό Κορινθίας, κόρη του Χαράλαμπου Μερτίκα, ενός ήρωα της Εθνικής Αντίστασης. Την περίοδο της Χούντας, η Νατάσα, μια νεαρή πανέμορφη κοπέλα, ήταν έγκυος μερικών μηνών, όταν τη συνέλαβε η Χούντα και την οδήγησε στην Μπουμπουλίνας, όπου βασανίστηκε έγκυος ούσα και έχασε το μωρό της από τα βασανιστήρια. Αλλά και μετά την αποβολή οι βασανιστές εξακολουθούσαν το έργο τους, σαν να μη συνέβη τίποτα προηγούμενα, χωρίς ίχνος ευσπλαχνίας, χωρίς λίγο συμπόνια για μια μάνα που έχασε το παιδί της, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει ποτέ η Νατάσα να ξαναγίνει μητέρα.

Η Νατάσα κατόρθωσε και δραπέτευσε στο εξωτερικό και έκανε καταθέσεις στο Συμβούλιο Ευρώπης. Η περιπέτειά της είχε διεθνή απήχηση και ήταν από τα πρώτα χαστούκια που δέχτηκε η Χούντα από ανθρωπιστικούς διεθνείς Οργανισμούς.
Η Νατάσα έχει πάρει σύνταξη και ζει σε ένα ξύλινο σπιτάκι στο χωριό της, με μια πανοραμική θέα στον κορινθιακό κόλπο. Εκεί η Νατάσα «μονάζει» διαβάζοντας λογοτεχνία και ποίηση. Αυτή είναι η λύτρωσή της από τα τραύματα της θηριωδίας των βασανιστών της.

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς με λόγια το μέγεθος της φρίκης και να αναλύσει την πηγή της δυστυχίας αυτών των ατόμων σαν τη Νατάσα που υπέστησαν βασανιστήρια και που υπερβαίνουν κάθε σύλληψη και φαντασία.

Όταν μεταφέρθηκε στην Μπουμπουλίνας, δήλωσε στους δεσμοφύλακες και στον αρχιβασανιστή Μάλλιο, πως είναι έγκυος. Αφού τη βασάνιζαν σωματικά επί μέρες, μετά την πετούσαν ημιλιπόθυμη σε ένα υγρό και σκοτεινό κελί. Σ’ αυτό το κελί χάνεται η έννοια του χρόνου. Δεν γνωρίζεις αν είναι μέρα ή νύχτα, ούτε ποια μέρα της εβδομάδας είναι. Το σκοτάδι του κελιού επιβάλλεται και στη συνείδηση του θύματος. Η «στιγμή» της ζωής ενός ατόμου που ζει στο δικό του πολιτιστικό πλαίσιο, είναι αυτό που συνδέει το παρελθόν του με το μέλλον του. Τη «στιγμή» θυμάσαι τα πάντα στη ζωή σου και με τη «στιγμή» σχεδιάζεις για το μέλλον. Η «στιγμή» συνδέει το παρελθόν με το μέλλον. Όταν σου αφαιρούν τη «στιγμή» ή με άλλα λόγια το «τώρα», δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Αυτό συμβαίνει στο θύμα. Όταν δεν ζεις τη «στιγμή» έχεις ήδη πεθάνει πριν από τον θάνατό σου. Τη μέρα σε βασανίζουν αλλά το βράδυ, πάλι μέσα στο σκοτάδι, σε μεταφέρουν στην ταράτσα για την αναπαράσταση του εικονικού θανάτου. Σε κρεμούν στο κενό και το θύμα είναι γαντζωμένο στα χέρια του βασανιστή.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των βασανιστηρίων το θύμα νιώθει τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης και τη γελιοποίηση της ανθρώπινης συνείδησης.
Μετά ημιλιπόθυμο, όπως είναι το θύμα, το πετούν σαν σκουπίδι μέσα στο σκοτεινό κελί. Τότε δεν ζεις πια αλλά υπάρχεις. Κι αυτό το επιβεβαιώνεις μόνο από τη βαριά αναπνοή σου. Κάθε προηγούμενη ταυτότητα παύει να υπάρχει κι αυτή η ταυτότητα που επικρατεί είναι η ταυτότητα του θανάτου.

Αυτά υφίστατο η Νατάσα επί μέρες. Αλλά μια μέρα, έτσι ημιλιπόθυμη όπως ήταν στο κελί, δεν ήξερε αν ζει ή αν κοιμάται. Ένιωσε κάτι στα σκέλη της και έβαλε τα χέρια της και διαπίστωσε ότι ήταν πλημμυρισμένη στο αίμα. Το αίμα του θανάτου του γιου της. «Και τι έκανες Νατάσα εκείνη τη στιγμή» ; «Κραύγαζα και ούρλιαζα μόνο» είπε η Νατάσα. Η Μοίρα όμως της Νατάσας της επιφύλαξε και μια άλλη όψη του θανάτου. Μετά το χάσιμο του δικού της αγοριού, την παρηγορούσε πάντα το μοναδικό αγόρι της οικογενείας της, ένα αγοράκι 13 χρονών που λάτρευε η Νατάσα γιατί έβλεπε μέσα του και το δικό της χαμένο της γιο. Αυτό το αγοράκι έπεσε κατά λάθος από τον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Μάτωσε για μια ακόμη φορά η καρδιά της. Αυτός ο θάνατος άραγε έχει όνομα; Η Νατάσα αντέχει ακόμα στα βέλη που ρίχνονται στην καρδιά της. Είναι γενναία γυναίκα.

Καθώς αφήναμε το κάτω Λουτρό και ανηφορίζαμε προς το Άνω Λουτρό, όπου είναι το σπίτι της, ο Κορινθιακός Κόλπος είχε ένα σκούρο γκρι χρώμα και τα απέναντι βουνά της στερεάς ήταν σκεπασμένα με μαύρα σύννεφα που έμοιαζαν σαν ομπρέλες και έκανε το τοπίο πολύ μελαγχολικό. Στο βάθος του ορίζοντα ο ήλιος έβαφε τα σύννεφα με πορτοκαλί και μωβ χρώματα.

Η Νατάσα μας υποδέχτηκε έχοντας στην αγκαλιά της ένα μαύρο γατάκι. Αυτό το μαύρο γατάκι έχει το όνομα Μους-Μους. Κι όταν πεθάνει αυτό το γατάκι υιοθετεί πάλι ένα άλλο μαύρο γατάκι που κι αυτό έχει το ίδιο όνομα. Αυτή η ιστορία έχει σχέση με την αντιστασιακή ηρωΐδα, την Αμαλία Φλέμινγκ που κι εκείνη υπέστη τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ που ήλεγχε ο πιο σκληρός βασανιστής της Χούντας που άκουγε στο όνομα «Θεοφιλογιαννάκος», κατ’ ευφημισμό, βέβαια. Καθίσαμε μπροστά στο τζάκι και συζητούσαμε τι άλλο παρά για τα πολιτικά δρώμενα της εποχής μας. Η Μους-Μους ξαπλωμένη μπροστά από το τζάκι ήταν το σύμβολο μιας ομιλούσας σιωπής της ιστορικής μνήμης.

Η Νατάσα αποφεύγει να συζητάει για κείνη την περίοδο των βασανιστηρίων. Η περίοδος αυτή είναι περίοδος μια θλιβερής σιωπής, μοιάζει να είναι βουβή.

► Νατάσα, σκέφτηκες ποτέ να καθίσεις να γράψεις όλη την ιστορία των βασανιστηρίων σου;
Η Νατάσα έπαψε για λίγο να σκαλίζει τα ξύλα, έστρεψε το βλέμμα της προς εμάς και καθηλώθηκε πάνω μας για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Σαν να έλεγε «τι μου λέτε τώρα;». Ξανάστρεψε το πρόσωπό της προς το τζάκι και με ένα απλανές βλέμμα συνέχιζε να σκαλίζει τα μισοσβησμένα ξύλα πιο έντονα και οι σπίθες να πετάγονται όπως οι μνήμες. Ν΄ ανάβουν και να σβήνουν συγχρόνως χωρίς να προλαβαίνουν να εκφραστούν, σαν τους κομήτες που δεν προλαβαίνεις καν να πεις την ευχή.

● Πολλοί φίλοι μου έκαναν την ίδια ερώτηση. Πάντα απαντούσα με τη φράση: «Μου είναι αδύνατο αλλά δεν ξέρω γιατί». Το σκέφτηκα αρκετά. Όταν βασανίζεσαι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, και μετά σε πετάνε ημιλιπόθυμη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, είσαι ήδη νεκρή πριν από τον θάνατό σου. Ένας νεκρός δεν έχει μνήμη. Θα μπορούσα όμως να τα περιγράψω ως θεατής ή ως μάρτυρας ή ακόμα ως πληρεξούσιος αλλά με κανένα λόγο ως ανθρώπινη ύπαρξη που τα βίωσε. Δεν νομίζεις ότι αυτό που θα έγραφα δεν θα είχε την αυθεντικότητά τους; Ο μόνος τρόπος αληθινής έκφρασης είναι η κραυγή. Αλλά η κραυγή είναι άναρθρος λόγος που δεν την καταλαβαίνει κανείς κι ούτε συγκινεί κανέναν.
Η φωτιά στο τζάκι αναζωπυρώθηκε μετά το σκάλισμα. Η Μους-Μους φαίνεται ότι δεν άντεξε τη πολλή ζέστη και πήδηξε στην αγκαλιά της Νατάσας. Η Νατάσα άρπαξε το γατάκι, το έσφιξε στην αγκαλιά της και άρχισε να το χαϊδεύει με μια τρυφερότητα που απάλυνε τον πόνο που νιώθαμε μετά από αυτή την εξομολόγηση.

► Νατάσα, τι έχεις να πεις για τους βασανιστές. Καλά δεν έχουν ίχνος συμπόνιας για τα θύματα; Ο πατέρας μου που ήταν στο ΕΑΜ και αντιστάθηκε στη γερμανική λαίλαπα, μεταφέρθηκε στη Γυάρο ως εξόριστος. Εκεί είχαν βάλει ως δεσμοφύλακες συνεργάτες των Γερμανών. Μάλιστα μέσα στα βασανιστήρια ήταν κι εκείνο, που τους ποδοπατούσαν με τις μπότες τους. Μάλιστα έβαζαν τις μπότες στη φωτιά και αφού καιγόταν χοροπηδούσαν πάνω στο σώμα με τις μπότες τους, οπότε αυτές άφηναν τα σημάδια τους στο κορμί. Μέχρι που πέθανε ο πατέρας μου διακρίνονταν στο κορμί του η πατημασιά της μπότας. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο αυτό το γεγονός.

● Όχι, καθόλου τυχαίο. Δεν γνωρίζεις ότι στο Άουσβιτς οι δεσμοφύλακες χοροπηδούσαν πάνω στο πρόσωπο των Εβραίων μέχρι που να πεθάνουν; Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι βασανιστές στα ελληνικά κέντρα στρατοπέδων. Αν κρίνουμε την προσωπικότητα ενός βασανιστή θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως σύμφωνα με τον ανθρώπινο Λόγο πρόκειται περί μιας διεστραμμένης προσωπικότητας. Ένας βασανιστής μισεί το αδύναμο και αγαπάει τον δυνατό, αυτόν που κυριαρχεί. Οι δωσίλογοι και συνεργάτες με τους Γερμανούς έπασχαν ακριβώς από αυτό το φασιστικό σύνδρομο που πρόκειται περί διαστροφής. Επίσης όταν μας βασάνιζαν έβαζαν μουσική όπως ακριβώς στο Άουσβιτς. «Τη μουσική δεν την έβαζαν μόνο για να καλύπτουν τις οιμωγές των θυμάτων αλλά να παρέχουν κι ένα ψυχολογικό άλλοθι στους βασανιστές». Ήταν άνθρωποι χωρίς πνεύμα και χωρίς καρδιά. Οτιδήποτε καλό που είναι αδύναμο το μισούν.

► Ο βασανιστής σου ο Μάλλιος, Νατάσα, ήταν ένα τέτοιο άτομο και μάλιστα εκπαιδευμένο από τη CIA, όπως φημολογείτο, ο οποίος αργότερα δολοφονήθηκε. Τι ένιωσες όταν στο ανακοίνωσαν;

● Πήγα στο γραφείο μου και ένας συνάδελφός μου μου είπε: «το καθάρισαν το παλιοκαθίκι» νομίζοντας ότι ήξερα για το γεγονός. «Ποιον καθάρισαν», είπα. «Τον βασανιστή σου τον Μάλλιο». Να σας πω την αλήθεια, ενδόμυχα ένιωσα μια ικανοποίηση αλλά πολύ γρήγορα μ’ έπιασε μια ακαθόριστη θλίψη. Για μια στιγμή αναβίωσαν μέσα μου σκηνές από τα βασανιστήρια, ιδιαίτερα όταν με πετούσε από την ταράτσα κι εγώ ήμουνα γαντζωμένη και ούρλιαζα λέγοντας: «ότι θα πέσεις κι εσύ μαζί μου καθίκι». Αυτή η σκηνή καρφώθηκε για λίγα λεπτά στη μνήμη μου. Είπα μέσα μου, υπάρχει θεία δίκη και τελικά «αυτός έπεσε από την ταράτσα». Έφυγα να πάω σπίτι μου καταβεβλημένη με ανάκατα συναισθήματα. Στο σπίτι είχαν μαζευτεί φίλοι μου, οι οποίοι με υποδέχτηκαν όλοι τους σχεδόν με ένα βλέμμα ικανοποίησης που το προσφέρει η εκδίκηση που έχουμε μέσα μας. Εκδίκηση, μίσος, αγάπη, πόνος, χαρά και ευχαρίστηση, δυστυχία όλα ανακατεμένα να χοροπηδούν μέσα μου. Όλοι οι φίλοι μου κρεμόταν από τα χείλη μου. Έπρεπε να πω κάτι που να με αντιπροσωπεύει αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο. Θάμπωσαν τα μάτια μου κι έτρεξα στο λουτρό να μείνω μόνη μου για να ηρεμήσει αυτός ο ανεμοστρόβιλος των συναισθημάτων μέσα μου. Μόλις πήγα στο λουτρό ξέσπασα στο κλάμα, ένα βουβό κλάμα για να μη γίνω αντιληπτή από τους φίλους μου. Αυτό με βοήθησε τελικά. Ποτέ στη ζωή μου δεν χάρηκα για τον θάνατο κανενός πλάσματος. Γιατί άραγε να χαρώ τώρα; Βγήκα έξω και είπα στους φίλους μου: το να σκοτώσεις ένα όργανο του φασισμού είναι απλά μια εκδίκηση και η δική μου ιδεολογία δεν πιστεύει στην εκδίκηση. Όποιος μπορέσει και «σκοτώσει» την απειλή του φασισμού που παραμονεύει παντού τότε είναι που θα χαρώ.

ΠΗΓΗ:από το facebook Γιώργος Γκίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad