Βλάσης Φρυσίρας ο Κορίνθιος ζωγράφος και συλλέκτης και το Μουσείο Φρυσίρα - Diogenis Press

ΣΕ ΤΙΤΛΟΥΣ

Home Top Ad

Post Top Ad

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Βλάσης Φρυσίρας ο Κορίνθιος ζωγράφος και συλλέκτης και το Μουσείο Φρυσίρα


Το όνομα του Bλάση Φρυσίρα, ταυτισμένο με το Μουσείο Φρυσίρα στην Πλάκα, αποτελεί το συνώνυμο του έλληνα συλλέκτη: Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 που άρχισε να συγκροτεί τη συλλογή του μέχρι σήμερα, όλοι και όλα γυρίζουν γύρω από τον κόσμο των εικαστικών. 

Ο 73χρονος σήμερα συλλέκτης, γεννήθηκε το 1945. Πολύ μικρός έζησε τον απόηχο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τα θραύσματα όλμων μέσα στο σώμα του πατέρα του και η καταστροφή του σπιτιού του στον Μικρό Βάλτο Κορινθίας, το οποίο έγινε στάχτη από τους Γερμανούς, σημάδεψαν το αγροτόπαιδο που άκουγε στο όνομα Βλάσης Φρυσίρας.  Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, σπούδασε Νομική, έγινε δικηγόρος, αλλά όλη του τη ζωή υπηρέτησε και υπηρετεί την σύγχρονη εικαστική τέχνη, εντός και εκτός των συνόρων. Στήριξε με νύχια και με δόντια τους νέους έλληνες δημιουργούς και σήμερα η συλλογή του μετρά τέσσερις χιλιάδες έργα. Με αφορμή την έκδοση του βιβλίο του «Ημερολόγιο Τέχνης», κάνει μια αναδρομή στην πορεία του, στα γεγονόταν και τα πρόσωπα που τον σημάδεψαν, επιβεβαιώνοντας πως «η τέχνη συμπλήρωσε και ισορρόπησε τη ζωή του».

- Κύριε Φρυσίρα, από παιδί αγαπήσατε την τέχνη, παρά το γεγονός ότι τίποτα στο περιβάλλον σας δεν βοηθούσε σε αυτό. Πώς το εξηγείτε; 

«Οταν μας αρέσει κάτι, δεν υπάρχει λόγος. Πίσω από την ανεκπλήρωτη επιθυμία μου να γίνω ζωγράφος, κρύβεται η απάντηση».

- Πώς σας γεννήθηκε η ανάγκη να γίνετε ζωγράφος;

«Αλήθεια, ξέρετε που γεννήθηκε ο Βέρντι; Ηταν γιος ενός ταβερνιάρη σε ένα χάνι, σε κάποιο χωριό. Και πέρασε ένας παπάς από το χωριό και άκουσε τον δεκάχρονο τότε Βέρντι να παίζει το εκκλησιαστικό όργανο. Και κατέβηκε στην πόλη και βρήκε έναν μαικήνα και του μίλησε για το μικρό αγόρι, παροτρύνοντάς τον να τον αναλάβει. Και ο μαικήνας ανέλαβε να τον σπουδάσει, έγινε πεθερός του κι όταν η κόρη του και σύζυγος του Βέρντι πέθανε, νέα, στη γέννα του πρώτου της παιδιού,ο Βέρντι δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, από σεβασμό στον πεθερό του, που τον στήρθε. Τι σημαίνει αυτό; Οτι το έχεις μέσα σου».



- Δεν γίνατε ζωγράφος από τον φόβο μήπως αποτύχετε; 

«Οι συνθήκες της εποχής, δεν ευνοούσαν να γίνεις ζωγράφος _εδώ σήμερα δεν ευνοούν. Ημουν ένα άριστος μαθητής και οι γονείς μου προσπάθησαν να με ωθήσουν σε ένα επάγγελμα για να επιζήσω. Γι΄αυτό έγινα δικηγόρος. Πάντα όμως ζωγράφιζα και ζωγραφίζω. Είχα καθηγητές που μου έκαναν μαθήματα. Ξέρω όμως ότι το επιπέδό μου έχει όρια. Εχω συναίσθηση των ορίων μου».

- Σας πείραξε αυτό;

«Οχι, βέβαια. Ο άνθρωπος κάνει αυτό που μπορεί. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα παραπάνω από αυτό που σου έχει δώσει η φύση και το μυαλό σου. Χιλιάδες άνθρωποι γράφουν μουσική, εκατομμύρια ζωγραφίζουν, πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν γράφουν; Τι μένει; Αρκεί να ξέρεις τα όριά σου και να τα κρατάς»

- Πώς μαθαίνει κανείς τα όριά του; 

«Αυτό το μαθαίνες σιγά-σιγά με τη μόρφωση και την παιδεία που αποκτάς. Τα τελευταία χρόνια, από τότε που πήρα σύνταξη, διαβάζω πάρα πολύ, κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία, ιστορικά βιλία, βιογραφίες, άλλα με πολιτικό περιεχόμενο. Το διάβασμα σε μορφώνει, σε παιδεύει και σου φτιάχνει τον χαρακτήρα»

- Τι σας έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε;

«Οταν άρχισαν να μου μένουν κάποια χρήματα από τη δικηγορία, το έβαλα σαν πρόγραμμα στη ζωή μου. Να φτιάξω ένα έργο συνόλου. Στόχευα να δημιουργήσω μια συλλογή. Γι΄αυτό και η συλλογή έχει συγκεκριμένο προσανατολισμό. Η συλλογή έχει έργα ζωγραφικής και μόνον. Δεν έχει σύγχρονες μορφές τέχνης. Επειδή ζωγράφιζα και ο ίδιος, ήθελα να συλλέξω ζωγραφική γιατί τότε δεν ήταν στις πρώτες επιλογές η ζωγραφική τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, κυρίως. Είχε μπει ο μοντερνισμός, το βίντεο, οι κατασκετές. Η ζωγραφική ήταν στο περιθώριο. Κόντρα λοιπόν σ΄αυτή την κρατούσα κατάσταση στόχευσα τη ζωγραφική. Σήμερα έχει ένα σύνολο που καταγράφει τι συνέβη στην Ευρώπη τα τελευταία 80-100 χρόνια, στα μέτρα του δυνατού. Γιατί το να μαζεύεις έργα δεν τελειώνει. Αντιπροσωπευτικά καταγράφει τα κινήματα».

- Πόσοι είναι συνολικά είναι οι πίνακες της συλλογής σας;  

«Είναι 4.000 _3000 έχω δωρίσει και 1000 έχω κρατήσει. Είναι μοιρασμένοι σε έλληνες και ξένους, ενώ ξεκίνησα μόνον με Ελληνες. Την πρώτη δεκαετία ξεκίνησα με νέους που ήταν οικονομικά πιο εφικτό για να καλύψω τη συλλεκτική μου μανία. Μετά έκανα ομπρέλα με καθιερωμένους έλληνες. Εδειξα τη συλλογή μου στην Ελλάδα _Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ρόδο, Ζάκυνθο. Προσπάθησα να τη δείξω έξω, αλλά βρήκα τοίχο. Και με συμβουλή του Κλοντ Μπερνάρ, ενός φίλου γάλλου γκαλερίστα, να την κάνω ευρωπαϊκή, ξεκίνησα, στις αρχές του ΄90 να της δώσω έναν διεθνή χαρακτήρα. Και το κρατάω αυτό πάντα, σαν κόρη οφθαλμού. Γιατί μέσα από τους ξένους αναδεικνύονται και οι έλληνες».



- Πώς αναγνωρίζετε έναν ανερχόμενο καλλιτέχνη;

«Με το ένστικτο. Η επιλογή που κατευθύνεται σε έναν νέο παιδί, είναι θέμα γνώσης, παιδείας και ενστίκτου. Μπορώ να ξεχωρίσω. Οταν έκαναν ένα ταξίδι στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 στο ανατολικό μπλοκ, είδα χίλιους ζωγράφους _Πολωνία, Σερβία, και αλλού, Βιέννη... Πήγα σε 1000 ατελιέ και διάλεξα 15. Και οι 15 έγιναν διάσημοι. Μόνος μου. Οι περισσότεροι έχουν σήμερα γίνει παγκόσμιοι. Είναι θέμα ενστίκτου. Ζωγραφίζω κι εγώ, διαβάζω, μελετάω. Αλλιώς δεν γίνεται τίποτα».

- Εχετε προσωπικές αδυναμίες; Αν έπρεπε να κρατήσετε πέντε-δέκα έργα, ποια θα ήταν; 

«Προσωπικά η επιλογή θα περιορίζετο σε δύο-τρία πράγματα. Για τη λειτουργία χρειάζεται μια άλλη βάση. Οπότε περιλαμβάνονται πράγματα που έχουν μια πρωτοτυπία, είναι πρωτογενή. Δεν αρκεί να είναι καλός ο ζωγράφος και το έργο του, αλλά να είναι μια πρόταση. Να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα.

- Στην Ελλάδα ποιους καθορίσατε; 

«Ολη τη γενιά του ΄80. Και τον Σακαγιάν, και τον Μαντζαβίνο... Ολα αυτά τα παιδιά εγώ τα στήριξα. Γιατί είχαν δύσκολες ζωγραφικές και ο κόσμος είχε συνηθίσει στο κλασικό και παραδοσιακό. Εβλεπες στα σπίτια κορνιζαρισμένα έργα, αντίγραφα, κακέκτυπα αναγεννησιακών πινάκων. Μέσα σε υπέροχα σπίτια έβλεπες τέρατα. Και πέρασα ένα μήνυμα να προσεγγίσει ο κόσμος τα νέα παιδιά. Γιατί το μάτι όταν κοιτάς κάτι πολλές φορές, περνάει μέσα σου. Μπορεί σε πρώτη επαφή να σε ξαφνιάζει, αλλά μετά αρχίζεις να βλέπεις ότι το σημερινό μπορεί να είναι πιο όμορφο».


- Η τέχνη θέλει εξοικείωση, έτσι δεν είναι;

«Φυσικά, έχετε δίκιο. Βλέπω τα παιδιά των σχολείων που έρχονται στο Μουσείο, ξαφνιάζονται. Μετά τους εξηγείς, τους μιλάς, τα ξαναβλέπουν, τα προσεγγίζουν και αρχίζουν να κάνουν διάλογο».

- Ποιες από τις ιστορίες που ζήσατε θεωρείτε συγκλονιστικές; Ποιες ξεχωρίζετε; 

«Η ιστορία του Dadο, του Γιουγκοσλάβου ζωγράφου, του εθνικού ζωγράφου της Σερβίας με μουσείο αφιερωμένο σ΄αυτόν στο Μόντε Νέγκρο. Τα έργα του φρικιαστικά, παραμορφωμένα ανθρώπινα όντα… Ηθελα πολύ να τον γνωρίσω.
»Η επαφή μου με τον Ροστέν, η γνωριμία μου με τον συλλέκτη και καταπληκτικό άνθρωπο, τον Βεράνεμαν που είχε μουσείο στις Βρυξέλλες.
»Μια πολλή σημαντική στιγμή για μένα ήταν η γνωριμία μου με τον Tίνεϊ. Βρήκα έναν άνθρωπο που είχε να φάει δύο μήνες και είχε απ΄έξω τον κλητήρα να του κάνει έξωση. Του άφησα ότι είχα πάνω μου και τον στήριξα για δύο χρόνια. Σήμερα πουλάει εκατό χιλιάδες ευρώ κάθε έργο του».

- Και από Ελληνες;

«Στήριξα πολλά παιδιά. Στήριξα πολύ τον Σακαγιάν και τον Μαντζαβίνο».



- Πώς υποδέχονταν οι ζωγράφοι τη στήριξή σας; 

«Εχω κάνει τον απολογισμό μου για τη σχέση μου με τους ζωγράφους».

- Πόσο ακριβό χόμπι είναι; 

«Πολύ ακριβό. Τα έργα ξεκινούν από 500 ευρώ και φτάνουν τα εκατομμύρια. Δεν είναι φτηνό σπορ. Το ευτύχημα είναι ότι μπορείς να ξεκινήσεις προσεγγίζοντας νέα παιδιά στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αυτό αν το προσέξει κανείς, μπορεί να κάνει μια θαυμάσια συλλογή. Τα παιδιά κάθε χρόνο δίνουν εξετάσεις, κάνουν παρουσιάσεις. Μπορεί να βρεις κανείς αριστουργήματα. Εγώ έχω νεανικά έργα ζωγράφων, που είναι καλύτερα από αυτά που έκαναν μετά. Γιατί είχαν αυτή τη δύναμη _ιδίως στις διπλωματικές τους δουλειές».

- Από τους παλιότερους με ποιους συνδεθήκατε ιδιαίτερα; 

«Είχα στενή σχέση με τον Μυταρά. Είχα με τον Μόραλη, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, τον Κώστα τον Τσόκλη. Επεισόδιο...

- Αναγνωρίζετε στους νέους την αγωνία για να διακριθούν;

«Ολοι οι νέοι έχουν αγωνία. Και πολλές φορές υπερβάλλουν. Η υπερβολή τους έγκειται στην έλλειψη αυτογωνσίας. Βλέπουν κάποια αστέρια, κάποιες βεντέτες στις εφημερίδες και στα ΜΜΕ, αλλά μέσα σε αυτούς υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που έχουν φτιάξει χιλιόμετρα ζωγραφικής, όπως έλεγε ο Χουλιαράς»

- Τι κάνει έναν ζωγράφο σπουδαίο, μεγάλο;

«Η ευφυΐα και το ταλέντο του. Τα δύο μαζί. Η ευφυΐα να καλλιεργήσεις το ταλέντο και αυτό να βγει στο έργο του. Η ιδιαιτερότητα που καθορίζει το μυαλό και τα ταλέντο οδηγούν σε κάτι ξεχωριστό. Κι έτσι στιγματίζουν την τέχνη τους».

- Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;

«Η συλλογή είναι μια περιπέτεια. Εχει τα καλά της και τα κακά της. Γι΄αυτό βάφτισα το βιβλίο μου “Η περιπέτεια μιας συλλογής”. Οποιος το διαβάσει όλο θα βρει πολλά στοιχεία, θα μάθει. Και το έγραψα όπως είμαι εγώ».



- Πιστεύετε κύριε Φρισύρα ότι ο Ελληνας αγαπάει την εικαστική τέχνη;

«Πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν την τέχνη. Δεν είναι πολλοί».

- Μέσα σε όλη αυτή την πορεία, έχετε μετανοιώσει για κάτι; 

«Εχω πάρει πολλές χαρές από αυτή την διαδρομή. Νομίζω ότι η τέχνη συμπλήρωσε και ισορρόπησε τη ζωή μου. Η γνωριμία με απίστευτα σπουδαίους ανθρώπους, άλλης κάστας, όχι μόνον εικαστικούς. Τον Καστοριάδη, τον Αξελό, τον Ηλία Πετρόπουλο, τον Μπλέικ, τον Νταντό, τον Ροστέν, έναν πνευματικό κόσμο ατελείωτο»...



- Η δική σας ζωή είχε μια κανονικότητα, σε σχέση με την ζωή των καλλιτεχνών;

«Εγώ θα έλεγα ότι ήμουν μια διττή προσωπικότητα. Προσπαθούσα να ισορροπώ ανάμεσα στην επαγγελματική μου ζωή που ήταν αναγκαία για να φτιάξω αυτό το έργο και στην άλλη. Επαγγελματικά με στήριξε ο Καψάσκης, ο ιδρυτής της Τράπεζας Εργασίας. Χωρίς αυτόν δεν θα είχα φτιάξει τα Μουσεία. Μου έδωσε δουλειά. Το δικηγορικό μου γραφείο κρατούσε μια τράπεζα και ό,τι λεφτά έβγαζα, τα έδινα στην τέχνη. Είχα μια εποχή στο γραφείο τέσσερις τράπεζες.

»Ξέρετε εγώ είχα πάρει μια απόφαση: Να μην αφήσω στα παιδιά μου σπίτι αλλά να τα δώσω όλα στο Ιδρυμα. Αυτό δεν ήταν υπερβολή, ήταν υπερβατικότητα. Πρέπει να μην βλέπεις τίποτα σε ευρώ, αλλά όλα να τα κάνεις ιδέες».

- Αισθάνεστε ότι σαν αναγνωρίστηκε όλο αυτό;

«Μα δεν το έκανα για αναγνώριση. Εχει τεράστια αποδοχή το έργο μου. Ο συλλέκτης είναι πάντα ένα μυστήριο, μια sui generis προσωπικότητα. Τι είναι ο συλλέκτης; Ενα άτομο με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά που διακατέχεται από υπερβολική επιθυμία, μανία, να αποκτήσει αυτό που θέλει. Εχει έμμονες ιδέες, κάτι αντίστοιχο θα έλεγα, με τα εξαρτημένα από ουσίες άτομα. Είναι διαστροφή».



- Το κράτος στάθηκε αρωγός σας σε όλη αυτή την προσπάθεια;

«Κοιτάξτε, το να σε αφήνει ήσυχο το κράτος είναι ευεργέτημα. Εμένα μου έσπασαν τα αγγεία στα μάτια από την περιπέτεια που είχα με το κράτος: Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να μου δώσει άδεια στο δικό μου κτίριο με τα δικά μου λεφτά. Επειδή είναι αμιγής κατοικία η Πλάκα, χρειαζόταν άδεια του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ να μετατρέψει τη χρήση σε πολιτιστικό ίδρυμα. Από εκεί και πέρα, καταλαβαίνετε»...

Εχετε δώσει τη σκυτάλη στα παιδιά σας; 

«Τα παιδιά μου μεγάλωσαν σ΄αυτό το περιβάλλον κι έχουν αναλάβει πλήρως τη λειτουργία του Μουσείου. Ο Θανάσης είναι και μουσικός και ασχολείται πιο πολύ με το Μουσείο, ενώ έχει και την γκαλερί στην Κριεζώτου. Ο Στάμος είναι δικηγορός και ασχολείται και εκείνος».

Τι ονειρεύεστε; 

«Να είμαι γερός».



Το βιβλίο «Ημερολόγιο Τέχνης» 1945-2017, Βλάσης Φρισύρας - Η περιπέτεια μιας συλλογής, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Φωτογραφίες Πάνος Μάλλιαρης - iefimerida



Πηγή:iefimerida.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad